Η κρίση πανικού είναι ένα αιφνίδιο επεισόδιο πολύ έντονου φόβου ή δυσφορίας, το οποίο συνήθως κορυφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά. Μπορεί να συνοδεύεται από ταχυκαρδία, δύσπνοια ή αίσθημα πνιγμού, εφίδρωση, τρέμουλο, ζάλη, μουδιάσματα, ναυτία, πόνο ή βάρος στο στήθος, αίσθημα αποπραγματοποίησης ή φόβο απώλειας του ελέγχου.
Χαρακτηριστική είναι η αίσθηση ότι «κάτι τρομερό συμβαίνει»: ότι ο άνθρωπος θα λιποθυμήσει, θα χάσει τον έλεγχο, θα «τρελαθεί», θα πάθει έμφραγμα ή ακόμη και ότι θα πεθάνει.
Η εμπειρία είναι εξαιρετικά έντονη και πραγματική, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ο εξωτερικός κίνδυνος που φαίνεται να σηματοδοτεί το σώμα.
Στον πυρήνα του πανικού βρίσκεται η ενεργοποίηση ενός πανάρχαιου μηχανισμού επιβίωσης. Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται απειλή, το αυτόνομο νευρικό σύστημα κινητοποιεί ολόκληρο τον οργανισμό: η καρδιά επιταχύνεται, η αναπνοή μεταβάλλεται, οι μύες βρίσκονται σε ετοιμότητα και η προσοχή επικεντρώνεται στον κίνδυνο.
Οι κλασικές αντιδράσεις είναι:
Fight – Flight – Freeze: Πάλη – Φυγή – Πάγωμα.
Μετά από μια πρώτη κρίση μπορεί να δημιουργηθεί ένας δεύτερος μηχανισμός: ο φόβος του ίδιου του φόβου.
Μια μικρή ταχυκαρδία, μια ζάλη ή μια αλλαγή στην αναπνοή ερμηνεύεται ως προμήνυμα μιας νέας κρίσης. Ο φόβος αυξάνει τη σωματική ενεργοποίηση και αυτή, με τη σειρά της, αυξάνει ακόμη περισσότερο τον φόβο:
σωματική αίσθηση → φόβος → μεγαλύτερη σωματική ενεργοποίηση → μεγαλύτερος φόβος.
Έτσι μπορεί να εμφανιστούν συμπεριφορές αποφυγής: ο άνθρωπος αποφεύγει μετακινήσεις, πλήθη, κλειστούς χώρους, ταξίδια ή καταστάσεις που έχει συνδέσει με προηγούμενη κρίση.
Και σταδιακά ο φόβος αρχίζει να περιορίζει τον ίδιο τον χώρο της ζωής του
Η θεραπεία χρειάζεται ασφαλώς να ανακουφίσει το σύμπτωμα. Δεν χρειάζεται όμως να σταματήσει εκεί.
Μπορούμε παράλληλα να αναρωτηθούμε:
Τι είναι αυτό που μέσα μου βρίσκεται σε τόσο μεγάλη κατάσταση συναγερμού;
Πίσω από τον πανικό μπορεί να υπάρχουν συσσωρευμένο άγχος, απώλειες, τραυματικές εμπειρίες, φόβος ή θυμός που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν, δυσκολίες στις σχέσεις, υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό ή ένας τρόπος ζωής που έχει απομακρυνθεί από τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κρίση πανικού κρύβει υποχρεωτικά ένα συγκεκριμένο τραύμα. Σημαίνει όμως ότι, πέρα από το σύμπτωμα, χρειάζεται να συναντήσουμε τον συγκεκριμένο άνθρωπο, την προσωπικότητά του, την ιστορία του και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τον φόβο και τη ζωή.
Η ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες αντιμετώπισης των κρίσεων πανικού. Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματά της είναι η δυνατότητα να προσαρμόζεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο και όχι μόνο στη διάγνωσή του.
Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT) διαθέτει ιδιαίτερα καλά τεκμηριωμένα εργαλεία για την αντιμετώπιση του πανικού. Βοηθά στην αναγνώριση του φαύλου κύκλου ανάμεσα στις σωματικές αισθήσεις, στις καταστροφικές ερμηνείες και στον φόβο και, μέσα από κατάλληλες τεχνικές και σταδιακή έκθεση, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο σώμα και στην καθημερινή ζωή.
Η Γνωσιακή Αναλυτική Θεραπεία (CAT) προσφέρει μια περισσότερο συνθετική και εξατομικευμένη ματιά. Συνδυάζει γνωσιακά και αναλυτικά στοιχεία και διερευνά όχι μόνο το άμεσο σύμπτωμα, αλλά και επαναλαμβανόμενα πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και σχέσεων, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους αυτά έχουν διαμορφωθεί μέσα στην προσωπική ιστορία του ανθρώπου.
Στην ίδια κατεύθυνση εξατομίκευσης μπορεί να αξιοποιηθεί και η Εννεαγραμματική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία, η οποία χρησιμοποιεί ως χάρτη κατανόησης τους εννέα τύπους προσωπικότητας του Εννεαγράμματος. Δεν αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους με πανικό ως ψυχολογικά ίδιους, αλλά διερευνά τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κάθε προσωπικότητα βιώνει τον φόβο, αναζητά ασφάλεια, αμύνεται, σχετίζεται και αντιδρά στην απώλεια ελέγχου.
Έτσι, η ψυχοθεραπευτική εργασία μπορεί να γίνει περισσότερο στοχευμένη και εξατομικευμένη πάνω στη δομή και στις ανάγκες της συγκεκριμένης προσωπικότητας.
Δεν χρειάζεται πάντοτε να επιλέξουμε μία και μόνο θεραπευτική μέθοδο.
Ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου, μπορεί να διαμορφωθεί μια συνθετική και εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, που αξιοποιεί στοιχεία γνωσιακής-συμπεριφορικής ή γνωσιακής-αναλυτικής θεραπείας, εξατομικευμένης ψυχοθεραπείας, Εννεαγραμματικής προσέγγισης και σωματοψυχοθεραπείας.
Όπου υπάρχει ένδειξη, μπορεί επίσης να χρειαστεί ψυχιατρική φαρμακευτική θεραπεία, για όσο διάστημα κρίνεται αναγκαία.
Στο πλαίσιο μιας ολιστικής ιατρικής προσέγγισης μπορεί να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά και η ομοιοπαθητική, με έμφαση στην εξατομίκευση και στην προσέγγιση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ολότητας. Στις ψυχικές διαταραχές έχει ιδιαίτερη σημασία να εφαρμόζεται μέσα σε ένα υπεύθυνο πλαίσιο, με την απαραίτητη ιατρική και ψυχιατρική αξιολόγηση και παρακολούθηση.
Η ομοιοπαθητική δεν υποκαθιστά την αναγκαία ιατρική ή ψυχιατρική περίθαλψη. Οποιαδήποτε αλλαγή, μείωση ή διακοπή ψυχιατρικών φαρμάκων πρέπει να γίνεται μόνο από τον θεράποντα ψυχίατρο ή σε άμεση συνεννόηση μαζί του.
Το θεραπευτικό σχήμα δεν χρειάζεται να είναι ίδιο για όλους ούτε όλες οι παρεμβάσεις να εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Κάθε θεραπευτικό εργαλείο χρησιμοποιείται εκεί όπου χρειάζεται και για όσο χρειάζεται, σύμφωνα με την πορεία και τις ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Ο διαλογισμός, όταν εφαρμόζεται κατάλληλα, μπορεί να βοηθήσει στην παρατήρηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των σωματικών αισθήσεων χωρίς να ταυτιζόμαστε απόλυτα μαζί τους.
Δημιουργείται έτσι ένας εσωτερικός χώρος ανάμεσα στο:
«Αισθάνομαι φόβο»
και στο:
«Είμαι ο φόβος μου».
Σε ένα περισσότερο βιωματικό επίπεδο, η Ολοτροπική Αναπνοή (Holotropic Breathwork), όταν πραγματοποιείται σε κατάλληλο και ασφαλές πλαίσιο, με προηγούμενη αξιολόγηση και κατάλληλα εκπαιδευμένους συντονιστές, μπορεί να αποτελέσει μια μέθοδο βαθύτερης αυτογνωσίας και διερεύνησης συναισθηματικών και τραυματικών περιοχών.
Δεν αποτελεί μέθοδο αντιμετώπισης της οξείας κρίσης πανικού. Σε κατάλληλα επιλεγμένους ανθρώπους, όμως, μπορεί να προσφέρει έναν βιωματικό χώρο για βαθύτερη διερεύνηση, συναισθηματική επεξεργασία, ενσωμάτωση και επανασύνδεση.
Η κρίση πανικού, λοιπόν, είναι ένα σύμπτωμα που χρειάζεται αντιμετώπιση. Μπορεί όμως παράλληλα να αποτελέσει και μια πρόσκληση για βαθύτερη αυτογνωσία.
Τι φοβάμαι πραγματικά; Τι προσπαθώ διαρκώς να ελέγξω; Από τι απομακρύνομαι; Πού δυσκολεύομαι να θέσω όρια; Πού υπερπροσαρμόζομαι; Τι χρειάζεται μέσα μου περισσότερη ασφάλεια, αποδοχή και φροντίδα;
Η θεραπευτική πορεία μπορεί έτσι να κινηθεί ταυτόχρονα σε δύο κατευθύνσεις: ανακούφιση και ασφάλεια στο εδώ και τώρα, αλλά και βαθύτερη κατανόηση και επεξεργασία των παραγόντων που τροφοδοτούν τον φόβο.
Ο στόχος δεν είναι ένας άνθρωπος που δεν θα αισθανθεί ποτέ ξανά φόβο.
Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αισθανθεί τον φόβο χωρίς να χάνει τη σύνδεση με τον εαυτό του.
Και τότε ο χώρος που κάποτε καταλάμβανε ο πανικός μπορεί σταδιακά να δώσει θέση σε περισσότερη εμπιστοσύνη, ελευθερία, εσωτερική συνοχή, αυθεντικότητα και γαλήνη.