Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Holistic Therapy

Κατάθλιψη

Από την απώλεια νοήματος στη θεραπεία, την επανασύνδεση και τη μεταμόρφωση

Depression free life!

Live stress free life!

Κατάθλιψη: από την απώλεια νοήματος στη θεραπεία, την επανασύνδεση και τη μεταμόρφωση

Η κατάθλιψη είναι πολύ περισσότερο από μια παροδική κακή διάθεση ή μια περίοδο θλίψης. Αποτελεί μία από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές της εποχής μας και έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως μία από τις μεγάλες «επιδημίες» του σύγχρονου κόσμου.

Μπορεί να εκδηλωθεί με επίμονη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης, έλλειψη ενέργειας και κινήτρου, διαταραχές του ύπνου και της όρεξης, δυσκολία συγκέντρωσης, αισθήματα αναξιότητας ή ενοχής, απαισιοδοξία και απώλεια της ελπίδας. Σε σοβαρότερες μορφές μπορεί να εμφανιστεί αυτοκτονικός ιδεασμός, ακόμη και ψυχωτικά συμπτώματα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που αξίζει να διερευνηθεί: όχι μόνο «πώς θα εξαφανίσουμε το σύμπτωμα;», αλλά και «τι συμβαίνει στον συγκεκριμένο άνθρωπο και τι μπορεί να μας λέει ο ψυχικός του πόνος;»

Η κατάθλιψη χρειάζεται θεραπεία. Μερικές φορές, όμως, όταν αντιμετωπιστεί με ασφάλεια και υπευθυνότητα, μπορεί να γίνει και αφετηρία μιας βαθύτερης διαδικασίας αυτογνωσίας και επαναπροσδιορισμού της ζωής.

Όταν η κατάθλιψη μιλά και μέσα από το σώμα

Η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα από σκέψεις και συναισθήματα.

Μπορεί να εμφανιστεί ως έντονη κόπωση, αδυναμία, διαταραχή του ύπνου, μεταβολές της όρεξης, μυϊκοί πόνοι, γαστρεντερικές ενοχλήσεις, αίσθημα βάρους ή γενικότερη απώλεια ζωτικότητας.

Σε ορισμένους ανθρώπους, μάλιστα, το σωματικό στοιχείο είναι τόσο έντονο ώστε αρχικά αναζητούν αποκλειστικά μια οργανική εξήγηση.

Γι’ αυτό και η σωστή αξιολόγηση χρειάζεται να είναι ψυχιατρική αλλά και ιατρική, ώστε να αποκλείονται οργανικά αίτια και να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική ολότητα.

Πίσω από το σύμπτωμα υπάρχει ένας άνθρωπος

Η διάγνωση είναι απαραίτητη. Δεν είναι όμως ολόκληρος ο άνθρωπος.

Δύο άνθρωποι μπορεί να πληρούν τα ίδια διαγνωστικά κριτήρια για κατάθλιψη και, παρ’ όλα αυτά, η εσωτερική διαδρομή που τους οδήγησε εκεί να είναι εντελώς διαφορετική.

Πίσω από την κατάθλιψη μπορεί να υπάρχουν απώλειες, χρόνιο στρες, ανεπεξέργαστο τραύμα, καταπιεσμένος θυμός ή φόβος, σχέσεις που δεν τρέφουν, υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό, χρόνια παραμέληση των προσωπικών αναγκών ή μια βαθύτερη απώλεια νοήματος και σύνδεσης με τον αυθεντικό εαυτό.

Ο άνθρωπος μπορεί να έχει οργανώσει για χρόνια τη ζωή του γύρω από το «πρέπει», τις προσδοκίες των άλλων ή έναν ρόλο που κάποτε τον προστάτευσε αλλά πλέον δεν τον εκφράζει.

Κάποιες φορές η κατάθλιψη μοιάζει σαν ο οργανισμός να λέει:

«Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο με τον ίδιο τρόπο».

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξιδανικεύσουμε την κατάθλιψη ή να θεωρήσουμε ότι είναι «καλή» ή αναγκαία. Ο πόνος της μπορεί να είναι τεράστιος και η νόσος μπορεί να γίνει επικίνδυνη για τη ζωή.

Σημαίνει όμως ότι, αφού εξασφαλιστεί η κατάλληλη θεραπεία και η ασφάλεια, μπορούμε να αναρωτηθούμε και για το νόημα που μπορεί να έχει η συγκεκριμένη κρίση στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου.

Η θεραπεία της κατάθλιψης: πρώτα η ασφάλεια

Η κατάθλιψη χρειάζεται θεραπεία. Και όσο σημαντικό κι αν είναι να διερευνήσουμε τις βαθύτερες ψυχολογικές, τραυματικές ή υπαρξιακές της διαστάσεις, προηγείται πάντοτε η προστασία της ζωής και της υγείας του ανθρώπου.

Η πρώτη αρχή επομένως είναι απλή:

Πρώτα εξασφαλίζουμε τη ζωή και την ασφάλεια. Στη συνέχεια μπορούμε να εμβαθύνουμε στο νόημα και στις αιτίες του πόνου.

Ο αυτοκτονικός ιδεασμός χρειάζεται πάντοτε σοβαρή αντιμετώπιση

Ένα από τα σοβαρότερα συμπτώματα της κατάθλιψης είναι ο αυτοκτονικός ιδεασμός.

Στη βαριά κατάθλιψη, η αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του, τη ζωή και το μέλλον μπορεί να αλλοιωθεί βαθιά. Η απελπισία μπορεί να δημιουργεί την πεποίθηση ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, ότι ο ίδιος αποτελεί βάρος για τους άλλους ή ότι ο πόνος δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσει.

Με αυτή την έννοια μπορούμε, μεταφορικά, να πούμε ότι κάποιες φορές «μιλά η αρρώστια».

Ο αυτοκτονικός ιδεασμός στο πλαίσιο της κατάθλιψης δεν πρέπει να ρομαντικοποιείται ούτε να αντιμετωπίζεται απλώς ως φιλοσοφική ή υπαρξιακή επιλογή. Είναι ένα σοβαρό κλινικό σύμπτωμα που απαιτεί άμεση αξιολόγηση, προστασία και θεραπεία.

Όταν υπάρχουν σκέψεις αυτοκτονίας —και ιδιαίτερα όταν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, πρόθεση, προηγούμενη απόπειρα ή σημαντική επιδείνωση— απαιτείται άμεση ψυχιατρική εκτίμηση και, ανάλογα με τη βαρύτητα, στενή επιτήρηση ή και νοσηλεία.

Να προσέχουμε ο ένας τον άλλον

Η κατάθλιψη πολλές φορές δεν εμφανίζεται απότομα. Μπορεί να εξελίσσεται σιγά σιγά και ύπουλα.

Ο ίδιος ο άνθρωπος, ακριβώς επειδή η αλλαγή πραγματοποιείται σταδιακά, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται πόσο έχει αλλάξει.

Οι άνθρωποι γύρω του, όμως, μπορεί να παρατηρήσουν ότι αποσύρεται, δεν χαίρεται πλέον με πράγματα που άλλοτε τον ευχαριστούσαν, κοιμάται ή τρώει διαφορετικά, εγκαταλείπει δραστηριότητες, αμελεί τον εαυτό του ή εκφράζει έντονη απελπισία και σκέψεις όπως «δεν έχει νόημα», «είμαι βάρος» ή «θα ήταν καλύτερα να μην υπάρχω».

Γι’ αυτό χρειάζεται να προσέχουμε ο ένας τον άλλον.

Οι οικείοι δεν αντικαθιστούν τον ψυχίατρο ή τον ψυχοθεραπευτή. Μπορούν όμως να αποτελέσουν ένα πολύτιμο δίχτυ προστασίας: να αντιληφθούν την αλλαγή, να ενθαρρύνουν την αναζήτηση βοήθειας και, όταν υπάρχει κίνδυνος, να φροντίσουν ώστε ο άνθρωπος να μη μείνει μόνος με την απελπισία του.

Ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική θεραπεία

Η ψυχιατρική αξιολόγηση έχει κεντρική σημασία, ιδιαίτερα στη μέτρια και σοβαρή κατάθλιψη, όταν υπάρχει σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, αυτοκτονικός ιδεασμός, ψυχωτικά συμπτώματα, πιθανότητα διπολικής διαταραχής ή ιστορικό σοβαρών επεισοδίων.

Και η φαρμακευτική θεραπεία, όταν είναι απαραίτητη, είναι απαραίτητη.

Δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας. Είναι ζήτημα ιατρικής.

Για ορισμένους ανθρώπους η κατάλληλη αντικαταθλιπτική ή άλλη ψυχιατρική αγωγή μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό μέρος της θεραπείας και, σε κάποιες περιπτώσεις, της προστασίας της ίδιας της ζωής.

Ιδιαίτερη επαγρύπνηση απαιτείται κατά την έναρξη ή τη μεταβολή της θεραπείας. Σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα νεότερους, μπορεί στις πρώτες εβδομάδες να εμφανιστεί ή να ενταθεί αυτοκτονικός ιδεασμός, διέγερση ή σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς. Γι’ αυτό χρειάζεται στενή και εξατομικευμένη παρακολούθηση, ιδιαίτερα στην αρχική φάση.

Και υπάρχει ένας σημαντικός κανόνας:

Η έναρξη, η αλλαγή της δοσολογίας, η αντικατάσταση, η σταδιακή μείωση ή η διακοπή ψυχιατρικών φαρμάκων πρέπει να γίνεται από τον θεράποντα ψυχίατρο ή σε άμεση συνεννόηση μαζί του.

Η ψυχοθεραπεία: θεραπεύοντας τον συγκεκριμένο άνθρωπο

Η ψυχοθεραπεία αποτελεί βασικό άξονα στη θεραπεία της κατάθλιψης.

Η αξία της βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν αντιμετωπίζει μόνο μια διάγνωση. Μπορεί να αποτελέσει έναν άμεσο, βαθιά προσωπικό και εξαιρετικά εξατομικευμένο τρόπο θεραπείας, προσαρμοσμένο στην προσωπικότητα, στην ιστορία, στα τραύματα, στις σχέσεις και στις πραγματικές ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου.

Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία προσφέρει σημαντικά εργαλεία για την αναγνώριση και τροποποίηση δυσλειτουργικών σκέψεων και συμπεριφορών.

Η Γνωσιακή Αναλυτική Θεραπεία διευρύνει αυτή τη ματιά, διερευνώντας επαναλαμβανόμενα πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και σχέσεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά έχουν διαμορφωθεί μέσα στην προσωπική ιστορία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μέσα σε ένα εξατομικευμένο μοντέλο ψυχοθεραπείας, μπορεί να έχει και η Εννεαγραμματική προσέγγιση, η οποία χρησιμοποιεί τους εννέα τύπους προσωπικότητας του Εννεαγράμματος ως έναν χάρτη αυτοπαρατήρησης και κατανόησης.

Δεν έχει στόχο να περιορίσει ή να «κλείσει» τον άνθρωπο μέσα σε έναν τύπο. Αντίθετα, μπορεί να βοηθήσει να αναγνωριστούν οι ιδιαίτεροι φόβοι, οι ανάγκες, οι άμυνες, οι επιθυμίες και τα επαναλαμβανόμενα πρότυπα σχέσης του συγκεκριμένου ανθρώπου.

Έτσι η θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να γίνει περισσότερο εξατομικευμένη και στοχευμένη πάνω στην ιδιαίτερη δομή της προσωπικότητας.

Η ολιστική προσέγγιση: σώμα, ψυχή και εξατομίκευση

Η κατάθλιψη δεν αφορά μόνο τη σκέψη ή τη διάθεση. Αγγίζει ολόκληρο τον άνθρωπο: το σώμα, το συναίσθημα, τη ζωτικότητα, το ένστικτο, την κινητοποίηση, τις σχέσεις και την ίδια την αίσθηση νοήματος.

Μια ολιστική θεραπευτική προσέγγιση επομένως δεν διερευνά μόνο τι σκέφτεται ο άνθρωπος, αλλά και τι αισθάνεται, πώς βιώνει το σώμα του, πόση επαφή έχει με τις πραγματικές του ανάγκες και πού έχει διαταραχθεί η συνοχή ανάμεσα στις διαφορετικές διαστάσεις της ύπαρξής του.

Σωματοψυχοθεραπεία

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει η σωματοψυχοθεραπεία, ένα ευρύτερο θεραπευτικό πεδίο με ιστορικές ρίζες, μεταξύ άλλων, στο έργο του Wilhelm Reich και αργότερα του Alexander Lowen και της Βιοενεργειακής Ανάλυσης, καθώς και σε νεότερες σωματικά προσανατολισμένες προσεγγίσεις.

Κοινή αφετηρία είναι ότι η ψυχική ζωή δεν είναι αποκομμένη από το σώμα. Οι άμυνες, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη και οι τραυματικές εμπειρίες δεν εκφράζονται μόνο μέσα από τις σκέψεις, αλλά και μέσα από την αναπνοή, τη στάση του σώματος, τη μυϊκή ένταση, την κινητικότητα και τη συνολικότερη αίσθηση ζωτικότητας.

Στην κατάθλιψη αυτή η διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο άνθρωπος συχνά δεν χάνει μόνο το ενδιαφέρον και τη χαρά του, αλλά βιώνει μια συνολικότερη πτώση της ενέργειας, της κινητοποίησης και της επαφής με το σώμα και τις ανάγκες του.

Η σωματοψυχοθεραπευτική εργασία μπορεί να υποστηρίξει μια μεγαλύτερη συνοχή ανάμεσα στη νόηση, το συναίσθημα, το σώμα και το βιολογικό ένστικτο, ενισχύοντας σταδιακά τη λειτουργικότητα, τη ζωτικότητα και την αίσθηση εσωτερικής ενότητας.

Η ομοιοπαθητική στο πλαίσιο της ολιστικής ιατρικής

Στο ίδιο ευρύτερο ολιστικό πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί συμπληρωματικά και η ομοιοπαθητική, με τη δική της ιδιαίτερη μεθοδολογία και έμφαση στην εξατομίκευση.

Η προσέγγιση εδώ δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο σύμπτωμα, αλλά επιχειρεί να δει τον άνθρωπο συνολικά: τη σωματική του κατάσταση, τη ζωτικότητα, τον ύπνο, το συναίσθημα, τις αντιδράσεις και τις ιδιαίτερες ποιότητες με τις οποίες βιώνει την ασθένειά του.

Από την προσωπική μου κλινική εμπειρία, η ομοιοπαθητική, όταν εντάσσεται κατάλληλα σε ένα ευρύτερο θεραπευτικό πρόγραμμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματικό εργαλείο στην προσπάθεια αποκατάστασης της ψυχοσωματικής ισορροπίας και λειτουργικότητας.

Δεν υποκαθιστά όμως την αναγκαία ψυχιατρική θεραπεία και παρακολούθηση. Ιδιαίτερα στη σοβαρή κατάθλιψη, στον αυτοκτονικό ιδεασμό, στα ψυχωτικά συμπτώματα ή στη σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, προτεραιότητα έχει η ασφάλεια και η κατάλληλη ψυχιατρική αντιμετώπιση.

Η ουσία μιας ολιστικής προσέγγισης δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση της συμβατικής ιατρικής με άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά στην υπεύθυνη σύνθεση και εξατομίκευσή τους.

Δεν χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι τα ίδια πράγματα ούτε όλες οι παρεμβάσεις χρειάζεται να εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Σε κάποιον μπορεί να προηγείται η ψυχιατρική σταθεροποίηση, σε άλλον η ψυχοθεραπεία, και σε μια επόμενη φάση να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία η εργασία με το σώμα, το τραύμα, τις σχέσεις ή το υπαρξιακό νόημα.

Κάθε θεραπευτικό εργαλείο χρειάζεται να χρησιμοποιείται εκεί όπου χρειάζεται και για όσο χρειάζεται.

Διαλογισμός, αυτοπαρατήρηση και ένας διαφορετικός τρόπος ζωής

Ο διαλογισμός μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο αυτοπαρατήρησης και επανασύνδεσης.

Μέσα από την πρακτική του, ο άνθρωπος μπορεί σταδιακά να μάθει να παρατηρεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σωματικές του αισθήσεις χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:

«Αισθάνομαι θλίψη»

και στο:

«Είμαι η θλίψη μου».

Ο διαλογιστικός τρόπος ζωής δεν σημαίνει φυγή από την πραγματικότητα ούτε άρνηση του πόνου. Σημαίνει να δημιουργούμε περισσότερο εσωτερικό χώρο ώστε να μπορούμε να συναντήσουμε τον πόνο χωρίς να κατακλυζόμαστε ολοκληρωτικά από αυτόν.

Με αυτή την έννοια, ο διαλογισμός μπορεί να συνδεθεί όχι μόνο με την ανακούφιση, αλλά και με μια βαθύτερη διαδικασία αυτογνωσίας, πνευματικής ανάπτυξης και αναζήτησης νοήματος και πληρότητας.

Ολοτροπική Αναπνοή και βαθύτερη βιωματική διερεύνηση

Σε ένα διαφορετικό και περισσότερο βιωματικό επίπεδο, η Ολοτροπική Αναπνοή (Holotropic Breathwork) μπορεί, σε κατάλληλα επιλεγμένους ανθρώπους και μέσα σε ασφαλές πλαίσιο, να αποτελέσει μια μέθοδο βαθύτερης αυτογνωσίας και διερεύνησης συναισθηματικών και τραυματικών περιοχών.

Χρειάζεται να πραγματοποιείται μετά από κατάλληλη αξιολόγηση και από εκπαιδευμένους συντονιστές και δεν αποτελεί υποκατάστατο της αναγκαίας ψυχιατρικής θεραπείας.

Ιδιαίτερα σε οξείες ή σοβαρές ψυχιατρικές καταστάσεις, η ασφάλεια και η σταθεροποίηση προηγούνται οποιασδήποτε βαθύτερης βιωματικής εργασίας.

Όταν όμως υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορεί να δημιουργηθεί ένας βιωματικός χώρος στον οποίο ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να συναντήσει βαθύτερα συναισθήματα και τραυματικές περιοχές και να κινηθεί προς μια διαδικασία επεξεργασίας, ενσωμάτωσης και επανασύνδεσης.

Η θλίψη δεν είναι κατάθλιψη

Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση.

Η θλίψη είναι ένα φυσικό ανθρώπινο συναίσθημα. Δεν είναι ασθένεια.

Η απώλεια ενός ανθρώπου, μιας σχέσης, μιας ταυτότητας, ενός ονείρου ή μιας περιόδου της ζωής χρειάζεται πολλές φορές να πενθηθεί.

Όταν η θλίψη βρίσκει χώρο να βιωθεί και να εκφραστεί, μπορεί να ολοκληρώσει τον φυσικό της κύκλο. Δεν χρειάζεται πάντοτε να την εξαφανίσουμε γρήγορα.

Κάποιες φορές μπορεί να γίνει ακόμη και γέφυρα μεταμόρφωσης.

Μπορεί να μοιάζει με τις ωδίνες για τη γέννηση ενός καινούργιου.

Κάτι παλιό έχει τελειώσει, αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμη πάρει μορφή. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε έναν ενδιάμεσο χώρο απώλειας, αβεβαιότητας και αναζήτησης.

Αυτό μπορεί να αποτελεί ένα πολύτιμο ψυχοθεραπευτικό και υπαρξιακό νόημα.

Πρέπει όμως να είναι απολύτως ξεκάθαρο:

Η μεταμορφωτική δυνατότητα της θλίψης δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται για να εξιδανικεύσουμε την κλινική κατάθλιψη ή να υποτιμήσουμε τον αυτοκτονικό κίνδυνο.

Πρώτα προστατεύουμε τη ζωή.

Μετά θεραπεύουμε τον πόνο.

Και όταν ο άνθρωπος είναι αρκετά ασφαλής, μπορούμε μαζί του να αναζητήσουμε εάν μέσα από αυτόν τον πόνο προσπαθεί να γεννηθεί κάτι καινούργιο.

Από την κατάθλιψη στην επανασύνδεση και την πληρότητα

Η θεραπεία της κατάθλιψης, επομένως, δεν χρειάζεται να περιορίζεται στην εξαφάνιση ενός συμπτώματος.

Μπορεί να είναι μια διαδικασία επανασύνδεσης όσων έχουν αποσυνδεθεί:

του σώματος με τη νόηση,
του συναισθήματος με τη συνείδηση,
του ενστίκτου με την καθημερινή ζωή,
του σημερινού εαυτού με τις τραυματισμένες περιοχές της ιστορίας του,
του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους,
και τελικά του ίδιου του ανθρώπου με το νόημα της ύπαρξής του.

Ο θεραπευτικός δρόμος μπορεί να περιλαμβάνει ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική θεραπεία, όταν χρειάζονται, εξατομικευμένη ψυχοθεραπεία, σωματοψυχοθεραπεία, εργασία με την προσωπικότητα και το τραύμα, σωματική δραστηριότητα, αποκατάσταση του ύπνου και της καθημερινότητας, ανθρώπινες σχέσεις, διαλογισμό και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, συμπληρωματικές ολιστικές προσεγγίσεις.

Δεν υπάρχει ένας δρόμος κατάλληλος για όλους.

Υπάρχει ο συγκεκριμένος άνθρωπος και ο δρόμος που χρειάζεται ο ίδιος.

Και ίσως τότε η ερώτηση να αλλάζει.

Από το:

«Πώς θα απαλλαγώ από την κατάθλιψη;»

να μπορούμε σταδιακά να περάσουμε και στο:

«Πώς μπορώ να ξανασυνδεθώ με τη ζωή;»

Με το σώμα μου.
Με το συναίσθημά μου.
Με τις πραγματικές μου ανάγκες.
Με τους ανθρώπους που αγαπώ.
Με τη δημιουργικότητά μου.
Με το νόημα.

Και τελικά με εκείνη τη βαθύτερη δυνατότητα του ανθρώπου όχι απλώς να επιβιώνει, αλλά να ζει με περισσότερη αυθεντικότητα, σύνδεση, χαρά, εσωτερική ελευθερία, πληρότητα και ευδαιμονία.